Η συζήτηση για την αποκατάσταση των διπλωματικών διαύλων με τη Μόσχα, την ενεργειακή απεξάρτηση, τις οικονομικές κυρώσεις και τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία αποκτά νέα δυναμική
Η γερμανική πολιτική απέναντι στη Ρωσία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένων αντιφάσεων - και το τείχος που έχει δημιρουργηθεί φαίνεται να διαλύεται...
Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία προκάλεσε ριζική αναθεώρηση της γερμανικής εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής, εμφανίζονται πλέον ενδείξεις επανεξέτασης ορισμένων βασικών επιλογών του Βερολίνου.
Η συζήτηση για την αποκατάσταση των διπλωματικών διαύλων με τη Μόσχα, την ενεργειακή απεξάρτηση, τις οικονομικές κυρώσεις και τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία αποκτά νέα δυναμική.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά ακόμη επίσημη αλλαγή στρατηγικής της γερμανικής κυβέρνησης. Αποτελεί, ωστόσο, ένδειξη ότι η πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας δεν διαθέτει πλέον την ίδια εσωτερική πολιτική συναίνεση που είχε διαμορφωθεί το 2022. Παράλληλα, δημιουργεί ένα ευνοϊκότερο πεδίο πολιτικής παρέμβασης για την Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland – AfD), η οποία έχει υποστηρίξει σταθερά την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία.
Η επανέναρξη των διπλωματικών επαφών
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά γεγονότα σημειώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, όταν ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Johann Wadephul συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με τον Ρώσο ομόλογό του Sergej Lawrow, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ήταν η πρώτη διμερής συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Η συνάντηση διήρκεσε περίπου είκοσι λεπτά και δεν οδήγησε σε ουσιαστική σύγκλιση των δύο πλευρών.
Ο ίδιος ο Wadephul, σε συνέντευξή του στο ZDF, περιέγραψε τη συζήτηση ως εντατική, επισημαίνοντας ότι οι δύο υπουργοί παρέμειναν σε διαφωνία ως προς κρίσιμα ζητήματα του πολέμου. Παρά ταύτα, η πραγματοποίηση της συνάντησης είχε ιδιαίτερη πολιτική και συμβολική σημασία.
Η Berliner Zeitung, σε δημοσίευμά της στις 29 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Russland wird immer ein Feind für uns bleiben», ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Ενώ ο Wadephul είχε προηγουμένως δηλώσει ότι η Ρωσία θα παραμείνει εχθρός της Γερμανίας, μετά τη συνάντηση με τον Lawrow το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών δεν θέλησε να επαναλάβει με την ίδια σαφήνεια αυτή τη διατύπωση.

Ο Wadephul είχε εξηγήσει στην ARD ότι «με φίλους δεν χρειάζεται να διαπραγματεύεσαι, με αντιπάλους πρέπει να διαπραγματεύεσαι».
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποδεικνύει αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής. Υποδηλώνει, όμως, μια μετατόπιση στη διπλωματική γλώσσα: η επικοινωνία με τη Μόσχα επανέρχεται ως αναγκαίο εργαλείο, ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφωνίες παραμένουν βαθιές.
Η ίδια η Berliner Zeitung, σε δημοσίευμά της στις 27 Σεπτεμβρίου, είχε επισημάνει ότι η συνάντηση δεν οδήγησε σε προσέγγιση των θέσεων των δύο υπουργών. Επομένως, η επανέναρξη του διαλόγου πρέπει να διαχωρίζεται από την ουσιαστική εξομάλυνση των γερμανορωσικών σχέσεων.

Η ενεργειακή διάσταση και η οικονομική πίεση
Η ενεργειακή παράμετρος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες της γερμανικής συζήτησης για τη Ρωσία. Πριν από το 2022, η γερμανική βιομηχανία στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στις εισαγωγές σχετικά φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου. Η διακοπή αυτής της σχέσης, σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση, δημιούργησε νέες πιέσεις για τις επιχειρήσεις και την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
Η συζήτηση για το μέλλον των αγωγών Nord Stream επανέρχεται πλέον και στο επίπεδο της κομματικής πολιτικής.
Η AfD υποστηρίζει την επαναλειτουργία τους και την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Το επιχείρημά της βασίζεται στην ανάγκη μείωσης του ενεργειακού κόστους και ενίσχυσης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Η θέση αυτή αποκτά μεγαλύτερη πολιτική απήχηση όταν συνδέεται με τις δυσκολίες της γερμανικής οικονομίας. Ωστόσο, η επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου δεν εξαρτάται μόνο από τη βούληση του Βερολίνου. Προϋποθέτει την αντιμετώπιση νομικών, τεχνικών, ευρωπαϊκών και γεωπολιτικών εμποδίων, καθώς και μια συνολική μεταβολή των σχέσεων με τη Μόσχα.

Η AfD διαμορφώνει συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική
Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη αποτελεί η παρουσίαση δύο νέων κειμένων πολιτικής από στελέχη της AfD στις 2 Νοεμβρίου 2026, τα οποία καταγράφηκαν την επόμενη ημέρα σε εκτενές δημοσίευμα του Deutschlandfunk με τίτλο «AfD-Außenpolitiker betonen Nähe zu Russland und US-Regierung».
Τα κείμενα παρουσιάστηκαν από τρία στελέχη της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος: τον Markus Frohnmaier, εκπρόσωπο εξωτερικής πολιτικής και αναπληρωτή επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, τον Stefan Keuter, αντιπρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας, και τον Gerold Otten, αναπληρωτή επικεφαλής της επιτροπής εξωτερικής πολιτικής.
Οι προτάσεις τους περιλαμβάνουν τον όσο το δυνατόν ταχύτερο τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, την άρση των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της επαναλειτουργίας των Nord Stream.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον πόλεμο.
Οι συντάκτες χαρακτηρίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία τραγωδία που πρέπει να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό, ζητώντας μια ειρηνευτική λύση η οποία θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ταυτόχρονα, υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία δεν θα πρέπει να ενταχθεί ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά να επιστρέψει σε καθεστώς ουδετερότητας. Αναγνωρίζουν επίσης ότι η πλήρης ανάκτηση όλων των εδαφών της, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, είναι μη ρεαλιστική.
Αυτές οι προτάσεις αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ασφάλεια, η οποία διαφοροποιείται ουσιαστικά από τη σημερινή επίσημη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική.
Χρειάζεται, πάντως, μία κρίσιμη διευκρίνιση: όπως υπογραμμίζει το Deutschlandfunk, τα δύο κείμενα αποτελούν προτάσεις της ομάδας εργασίας εξωτερικής πολιτικής της AfD και όχι ακόμη επίσημη, δεσμευτική θέση ολόκληρου του κόμματος.

Η πολιτική σύνδεση με την κυβέρνηση Trump
Ένα δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο των νέων κειμένων είναι η προσπάθεια της AfD να συνδέσει την προσέγγιση με τη Ρωσία με μια στενότερη πολιτική σχέση με την κυβέρνηση του Donald Trump.
Οι Markus Frohnmaier, Stefan Keuter και Gerold Otten υποστηρίζουν μια πραγματιστική διατλαντική συνεργασία και χαιρετίζουν επιμέρους στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου. Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζονται θετικοί απέναντι σε πιθανές μειώσεις της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία και στην αποφυγή εγκατάστασης αμερικανικών πυραύλων στο γερμανικό έδαφος.
Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η AfD επιχειρεί να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής: στενότερη συνεργασία με την Ουάσιγκτον υπό τον Trump, αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα και περιορισμό της στρατιωτικής και οικονομικής εμπλοκής της Γερμανίας στην Ουκρανία.
Το n-tv, σε δημοσίευμά του στις 2 Νοεμβρίου 2026, παρουσίασε αναλυτικά αυτή τη διπλή κατεύθυνση. Η AfD δεν προτείνει απλώς αλλαγή στάσης απέναντι στη Ρωσία, αλλά μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων της Γερμανίας.
Η σύγκλιση AfD και BSW: Το παράδειγμα της Σαξονίας-Anhalt
Η ενίσχυση της πολιτικής επιρροής της AfD αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στην κοινοβουλευτική συνεργασία της με τη Συμμαχία Sahra Wagenknecht (Bündnis Sahra Wagenknecht – BSW). Πρόκειται για ένα κόμμα με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες από την AfD, το οποίο όμως συγκλίνει μαζί της σε συγκεκριμένα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, κυρίως στην αντίθεση προς τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στη διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Στις 14 Οκτωβρίου 2026, στο κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, τα δύο κόμματα πέτυχαν την έγκριση κοινής πρότασης με 44 ψήφους σε σύνολο 83 βουλευτών.
Η πρόταση, με τίτλο «Friedensgespräche statt Ausweitung des Krieges in der Ukraine», ζητούσε τον τερματισμό της γερμανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την έναρξη ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη καταγράφηκε από το ZDF, τη Deutsche Welle και το ίδιο το κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο της απόφασης, αλλά κυρίως στη δυνατότητα συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ανάμεσα σε δύο πολιτικούς σχηματισμούς που μέχρι πρότινος διατηρούσαν διακριτές στρατηγικές ταυτότητες.
Η απόφαση δεν είναι δεσμευτική για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Επιπλέον, η Σαξονία-Άνχαλτ δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς την άρση των ευρωπαϊκών κυρώσεων, οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί, ωστόσο, να ασκήσει πολιτική πίεση μέσω του Bundesrat, του ομοσπονδιακού συμβουλίου που εκπροσωπεί τα γερμανικά κρατίδια.
Σε δημοσίευμά της στις 14 Οκτωβρίου, η Deutsche Welle, με τον Hans Pfeifer, ανέλυσε τη σύγκλιση των δύο κομμάτων και τα πολιτικά κίνητρα που τη διευκολύνουν. Στις 6 Νοεμβρίου, η Berliner Zeitung επανήλθε στο ζήτημα, παρουσιάζοντας τη συζήτηση μεταξύ του AfD βουλευτή Rainer Rothfuß και της BSW βουλευτή Claudia Wittig στο Βερολίνο. Οι δύο πολιτικοί εμφάνισαν σημαντική σύγκλιση στην εξωτερική πολιτική, παρά τις διαφωνίες τους σε ζητήματα όπως η οικονομία, το ΝΑΤΟ και η πολιτιστική πολιτική.
Η σημασία της εξέλιξης είναι ότι η AfD μπορεί να επιτυγχάνει συγκεκριμένα κοινοβουλευτικά αποτελέσματα χωρίς να συμμετέχει σε κυβερνητικό συνασπισμό. Η δυνατότητα διαμόρφωσης πλειοψηφιών σε επιμέρους ζητήματα περιορίζει στην πράξη την αποτελεσματικότητα της λεγόμενης «Brandmauer», δηλαδή της πολιτικής απομόνωσης της AfD από τα υπόλοιπα κόμματα.
Η κοινωνική βάση της αλλαγής και τα δημοσκοπικά δεδομένα
Η πολιτική δυναμική της AfD συνδέεται επίσης με τις διαφοροποιήσεις της γερμανικής κοινής γνώμης.
Τα στοιχεία του ARD-DeutschlandTREND, που πραγματοποίησε το ινστιτούτο infratest dimap μεταξύ 31 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 2026 σε δείγμα 1.319 εκλογέων, αποτυπώνουν μια κοινωνία με σημαντικές διαφωνίες ως προς τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 56% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι η ασφάλεια της Γερμανίας απειλείται έντονα ή πολύ έντονα από τη Ρωσία. Αντίθετα, το 39% εκτιμούσε ότι απειλείται λίγο ή καθόλου. Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική Γερμανία ήταν σημαντική: στους υποστηρικτές της AfD, περίπου τα δύο τρίτα θεωρούσαν μικρή ή ανύπαρκτη τη ρωσική απειλή.
Ακόμη πιο ενδιαφέροντα ήταν τα στοιχεία για τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Το 38% θεωρούσε ότι οι γερμανικές αποστολές όπλων βρίσκονται στο κατάλληλο επίπεδο, ενώ το 14% υποστήριζε την ενίσχυσή τους. Αντίθετα, το 42% εκτιμούσε ότι η βοήθεια είναι υπερβολική.
Στην ανατολική Γερμανία η αντίθεση στις αποστολές όπλων ήταν πλειοψηφική.
Στην ίδια δημοσκόπηση, η AfD συγκέντρωνε 27% στην πρόθεση ψήφου, έναντι 21% της CDU/CSU, 15% των Πρασίνων και 13% του SPD. Τα ποσοστά αυτά δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος, αλλά αποτυπώνουν τη σημαντική θέση της AfD στο πολιτικό σκηνικό κατά την περίοδο της έρευνας.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η πολιτική της AfD απέναντι στη Ρωσία δεν βρίσκεται εκτός του δημόσιου διαλόγου. Αντιθέτως, αξιοποιεί υπαρκτές κοινωνικές διαφοροποιήσεις σχετικά με το κόστος του πολέμου, την ενεργειακή πολιτική και την ασφάλεια της Ευρώπης.
Μια μεταβαλλόμενη πολιτική ισορροπία
Η Γερμανία δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει τη στρατηγική της υποστήριξης προς την Ουκρανία ούτε έχει αποφασίσει την αποκατάσταση των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Η συνάντηση Wadephul–Lawrow αποτελεί πρωτίστως επανέναρξη ενός διπλωματικού διαύλου και όχι συμφωνία πολιτικής εξομάλυνσης.
Ωστόσο, τρεις παράλληλες εξελίξεις αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής: η επανεμφάνιση της διπλωματικής επικοινωνίας με τη Μόσχα, η αυξανόμενη συζήτηση για το οικονομικό κόστος της ρήξης με τη Ρωσία και η δυνατότητα της AfD να διαμορφώνει κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Η AfD επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτές τις συνθήκες, παρουσιάζοντας την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία ως στοιχείο μιας ευρύτερης αλλαγής της γερμανικής στρατηγικής. Η πολιτική της επιρροή δεν εξαντλείται στην εκλογική της δύναμη.
Εκδηλώνεται επίσης στην ικανότητά της να μεταφέρει τις δικές της προτεραιότητες στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης και να βρίσκει συγκλίσεις με άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, όπως το BSW.
Το κρίσιμο ερώτημα για το επόμενο διάστημα είναι εάν αυτή η μετατόπιση θα παραμείνει κυρίως στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής και δημόσιας συζήτησης ή εάν θα επηρεάσει σταδιακά τις αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν οι τοποθετήσεις της CDU/CSU και του SPD, η στάση της γερμανικής βιομηχανίας και η εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Donald Trump.
Η πιθανότητα μιας νέας γερμανικής Russlandpolitik δεν μπορεί επομένως να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από τις σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας.
Συνδέεται άμεσα με την εσωτερική πολιτική κρίση, την οικονομική ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας και την αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η AfD επιχειρεί να μετατρέψει τη διαφωνία για τη Ρωσία σε ευρύτερη αμφισβήτηση της μεταπολεμικής εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας.
www.bankingnews.gr
Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία προκάλεσε ριζική αναθεώρηση της γερμανικής εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής, εμφανίζονται πλέον ενδείξεις επανεξέτασης ορισμένων βασικών επιλογών του Βερολίνου.
Η συζήτηση για την αποκατάσταση των διπλωματικών διαύλων με τη Μόσχα, την ενεργειακή απεξάρτηση, τις οικονομικές κυρώσεις και τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία αποκτά νέα δυναμική.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά ακόμη επίσημη αλλαγή στρατηγικής της γερμανικής κυβέρνησης. Αποτελεί, ωστόσο, ένδειξη ότι η πολιτική απομόνωσης της Ρωσίας δεν διαθέτει πλέον την ίδια εσωτερική πολιτική συναίνεση που είχε διαμορφωθεί το 2022. Παράλληλα, δημιουργεί ένα ευνοϊκότερο πεδίο πολιτικής παρέμβασης για την Εναλλακτική για τη Γερμανία (Alternative für Deutschland – AfD), η οποία έχει υποστηρίξει σταθερά την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία.
Η επανέναρξη των διπλωματικών επαφών
Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά γεγονότα σημειώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, όταν ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Johann Wadephul συναντήθηκε στη Νέα Υόρκη με τον Ρώσο ομόλογό του Sergej Lawrow, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ήταν η πρώτη διμερής συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Η συνάντηση διήρκεσε περίπου είκοσι λεπτά και δεν οδήγησε σε ουσιαστική σύγκλιση των δύο πλευρών.
Ο ίδιος ο Wadephul, σε συνέντευξή του στο ZDF, περιέγραψε τη συζήτηση ως εντατική, επισημαίνοντας ότι οι δύο υπουργοί παρέμειναν σε διαφωνία ως προς κρίσιμα ζητήματα του πολέμου. Παρά ταύτα, η πραγματοποίηση της συνάντησης είχε ιδιαίτερη πολιτική και συμβολική σημασία.
Η Berliner Zeitung, σε δημοσίευμά της στις 29 Σεπτεμβρίου με τίτλο «Russland wird immer ein Feind für uns bleiben», ανέδειξε μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Ενώ ο Wadephul είχε προηγουμένως δηλώσει ότι η Ρωσία θα παραμείνει εχθρός της Γερμανίας, μετά τη συνάντηση με τον Lawrow το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών δεν θέλησε να επαναλάβει με την ίδια σαφήνεια αυτή τη διατύπωση.
Ο Wadephul είχε εξηγήσει στην ARD ότι «με φίλους δεν χρειάζεται να διαπραγματεύεσαι, με αντιπάλους πρέπει να διαπραγματεύεσαι».
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποδεικνύει αλλαγή της κυβερνητικής πολιτικής. Υποδηλώνει, όμως, μια μετατόπιση στη διπλωματική γλώσσα: η επικοινωνία με τη Μόσχα επανέρχεται ως αναγκαίο εργαλείο, ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφωνίες παραμένουν βαθιές.
Η ίδια η Berliner Zeitung, σε δημοσίευμά της στις 27 Σεπτεμβρίου, είχε επισημάνει ότι η συνάντηση δεν οδήγησε σε προσέγγιση των θέσεων των δύο υπουργών. Επομένως, η επανέναρξη του διαλόγου πρέπει να διαχωρίζεται από την ουσιαστική εξομάλυνση των γερμανορωσικών σχέσεων.

Η ενεργειακή διάσταση και η οικονομική πίεση
Η ενεργειακή παράμετρος εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες της γερμανικής συζήτησης για τη Ρωσία. Πριν από το 2022, η γερμανική βιομηχανία στηριζόταν σε σημαντικό βαθμό στις εισαγωγές σχετικά φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου. Η διακοπή αυτής της σχέσης, σε συνδυασμό με την ενεργειακή κρίση, δημιούργησε νέες πιέσεις για τις επιχειρήσεις και την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας.
Η συζήτηση για το μέλλον των αγωγών Nord Stream επανέρχεται πλέον και στο επίπεδο της κομματικής πολιτικής.
Η AfD υποστηρίζει την επαναλειτουργία τους και την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Το επιχείρημά της βασίζεται στην ανάγκη μείωσης του ενεργειακού κόστους και ενίσχυσης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας.
Η θέση αυτή αποκτά μεγαλύτερη πολιτική απήχηση όταν συνδέεται με τις δυσκολίες της γερμανικής οικονομίας. Ωστόσο, η επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου δεν εξαρτάται μόνο από τη βούληση του Βερολίνου. Προϋποθέτει την αντιμετώπιση νομικών, τεχνικών, ευρωπαϊκών και γεωπολιτικών εμποδίων, καθώς και μια συνολική μεταβολή των σχέσεων με τη Μόσχα.

Η AfD διαμορφώνει συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική
Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη αποτελεί η παρουσίαση δύο νέων κειμένων πολιτικής από στελέχη της AfD στις 2 Νοεμβρίου 2026, τα οποία καταγράφηκαν την επόμενη ημέρα σε εκτενές δημοσίευμα του Deutschlandfunk με τίτλο «AfD-Außenpolitiker betonen Nähe zu Russland und US-Regierung».
Τα κείμενα παρουσιάστηκαν από τρία στελέχη της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος: τον Markus Frohnmaier, εκπρόσωπο εξωτερικής πολιτικής και αναπληρωτή επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, τον Stefan Keuter, αντιπρόεδρο της κοινοβουλευτικής ομάδας, και τον Gerold Otten, αναπληρωτή επικεφαλής της επιτροπής εξωτερικής πολιτικής.
Οι προτάσεις τους περιλαμβάνουν τον όσο το δυνατόν ταχύτερο τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία, την άρση των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την αποκατάσταση των ενεργειακών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένης της επαναλειτουργίας των Nord Stream.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον πόλεμο.
Οι συντάκτες χαρακτηρίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία τραγωδία που πρέπει να τερματιστεί το συντομότερο δυνατό, ζητώντας μια ειρηνευτική λύση η οποία θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα ασφαλείας όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Ταυτόχρονα, υποστηρίζουν ότι η Ουκρανία δεν θα πρέπει να ενταχθεί ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά να επιστρέψει σε καθεστώς ουδετερότητας. Αναγνωρίζουν επίσης ότι η πλήρης ανάκτηση όλων των εδαφών της, συμπεριλαμβανομένης της Κριμαίας, είναι μη ρεαλιστική.
Αυτές οι προτάσεις αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη πολιτική αντίληψη για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ασφάλεια, η οποία διαφοροποιείται ουσιαστικά από τη σημερινή επίσημη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική.
Χρειάζεται, πάντως, μία κρίσιμη διευκρίνιση: όπως υπογραμμίζει το Deutschlandfunk, τα δύο κείμενα αποτελούν προτάσεις της ομάδας εργασίας εξωτερικής πολιτικής της AfD και όχι ακόμη επίσημη, δεσμευτική θέση ολόκληρου του κόμματος.

Η πολιτική σύνδεση με την κυβέρνηση Trump
Ένα δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο των νέων κειμένων είναι η προσπάθεια της AfD να συνδέσει την προσέγγιση με τη Ρωσία με μια στενότερη πολιτική σχέση με την κυβέρνηση του Donald Trump.
Οι Markus Frohnmaier, Stefan Keuter και Gerold Otten υποστηρίζουν μια πραγματιστική διατλαντική συνεργασία και χαιρετίζουν επιμέρους στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής του Αμερικανού προέδρου. Στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζονται θετικοί απέναντι σε πιθανές μειώσεις της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία και στην αποφυγή εγκατάστασης αμερικανικών πυραύλων στο γερμανικό έδαφος.
Η προσέγγιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η AfD επιχειρεί να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής: στενότερη συνεργασία με την Ουάσιγκτον υπό τον Trump, αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα και περιορισμό της στρατιωτικής και οικονομικής εμπλοκής της Γερμανίας στην Ουκρανία.
Το n-tv, σε δημοσίευμά του στις 2 Νοεμβρίου 2026, παρουσίασε αναλυτικά αυτή τη διπλή κατεύθυνση. Η AfD δεν προτείνει απλώς αλλαγή στάσης απέναντι στη Ρωσία, αλλά μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων της Γερμανίας.
Η σύγκλιση AfD και BSW: Το παράδειγμα της Σαξονίας-Anhalt
Η ενίσχυση της πολιτικής επιρροής της AfD αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στην κοινοβουλευτική συνεργασία της με τη Συμμαχία Sahra Wagenknecht (Bündnis Sahra Wagenknecht – BSW). Πρόκειται για ένα κόμμα με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες από την AfD, το οποίο όμως συγκλίνει μαζί της σε συγκεκριμένα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, κυρίως στην αντίθεση προς τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και στη διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία.
Στις 14 Οκτωβρίου 2026, στο κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, τα δύο κόμματα πέτυχαν την έγκριση κοινής πρότασης με 44 ψήφους σε σύνολο 83 βουλευτών.
Η πρόταση, με τίτλο «Friedensgespräche statt Ausweitung des Krieges in der Ukraine», ζητούσε τον τερματισμό της γερμανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία, την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και την έναρξη ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη καταγράφηκε από το ZDF, τη Deutsche Welle και το ίδιο το κοινοβούλιο της Σαξονίας-Άνχαλτ.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο της απόφασης, αλλά κυρίως στη δυνατότητα συγκρότησης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ανάμεσα σε δύο πολιτικούς σχηματισμούς που μέχρι πρότινος διατηρούσαν διακριτές στρατηγικές ταυτότητες.
Η απόφαση δεν είναι δεσμευτική για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Επιπλέον, η Σαξονία-Άνχαλτ δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς την άρση των ευρωπαϊκών κυρώσεων, οι οποίες αποτελούν αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μπορεί, ωστόσο, να ασκήσει πολιτική πίεση μέσω του Bundesrat, του ομοσπονδιακού συμβουλίου που εκπροσωπεί τα γερμανικά κρατίδια.
Σε δημοσίευμά της στις 14 Οκτωβρίου, η Deutsche Welle, με τον Hans Pfeifer, ανέλυσε τη σύγκλιση των δύο κομμάτων και τα πολιτικά κίνητρα που τη διευκολύνουν. Στις 6 Νοεμβρίου, η Berliner Zeitung επανήλθε στο ζήτημα, παρουσιάζοντας τη συζήτηση μεταξύ του AfD βουλευτή Rainer Rothfuß και της BSW βουλευτή Claudia Wittig στο Βερολίνο. Οι δύο πολιτικοί εμφάνισαν σημαντική σύγκλιση στην εξωτερική πολιτική, παρά τις διαφωνίες τους σε ζητήματα όπως η οικονομία, το ΝΑΤΟ και η πολιτιστική πολιτική.
Η σημασία της εξέλιξης είναι ότι η AfD μπορεί να επιτυγχάνει συγκεκριμένα κοινοβουλευτικά αποτελέσματα χωρίς να συμμετέχει σε κυβερνητικό συνασπισμό. Η δυνατότητα διαμόρφωσης πλειοψηφιών σε επιμέρους ζητήματα περιορίζει στην πράξη την αποτελεσματικότητα της λεγόμενης «Brandmauer», δηλαδή της πολιτικής απομόνωσης της AfD από τα υπόλοιπα κόμματα.
Η κοινωνική βάση της αλλαγής και τα δημοσκοπικά δεδομένα
Η πολιτική δυναμική της AfD συνδέεται επίσης με τις διαφοροποιήσεις της γερμανικής κοινής γνώμης.
Τα στοιχεία του ARD-DeutschlandTREND, που πραγματοποίησε το ινστιτούτο infratest dimap μεταξύ 31 Αυγούστου και 2 Σεπτεμβρίου 2026 σε δείγμα 1.319 εκλογέων, αποτυπώνουν μια κοινωνία με σημαντικές διαφωνίες ως προς τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 56% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι η ασφάλεια της Γερμανίας απειλείται έντονα ή πολύ έντονα από τη Ρωσία. Αντίθετα, το 39% εκτιμούσε ότι απειλείται λίγο ή καθόλου. Η διαφοροποίηση ανάμεσα στην ανατολική και τη δυτική Γερμανία ήταν σημαντική: στους υποστηρικτές της AfD, περίπου τα δύο τρίτα θεωρούσαν μικρή ή ανύπαρκτη τη ρωσική απειλή.
Ακόμη πιο ενδιαφέροντα ήταν τα στοιχεία για τη στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία.
Το 38% θεωρούσε ότι οι γερμανικές αποστολές όπλων βρίσκονται στο κατάλληλο επίπεδο, ενώ το 14% υποστήριζε την ενίσχυσή τους. Αντίθετα, το 42% εκτιμούσε ότι η βοήθεια είναι υπερβολική.
Στην ανατολική Γερμανία η αντίθεση στις αποστολές όπλων ήταν πλειοψηφική.
Στην ίδια δημοσκόπηση, η AfD συγκέντρωνε 27% στην πρόθεση ψήφου, έναντι 21% της CDU/CSU, 15% των Πρασίνων και 13% του SPD. Τα ποσοστά αυτά δεν αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος, αλλά αποτυπώνουν τη σημαντική θέση της AfD στο πολιτικό σκηνικό κατά την περίοδο της έρευνας.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η πολιτική της AfD απέναντι στη Ρωσία δεν βρίσκεται εκτός του δημόσιου διαλόγου. Αντιθέτως, αξιοποιεί υπαρκτές κοινωνικές διαφοροποιήσεις σχετικά με το κόστος του πολέμου, την ενεργειακή πολιτική και την ασφάλεια της Ευρώπης.
Μια μεταβαλλόμενη πολιτική ισορροπία
Η Γερμανία δεν έχει ακόμη εγκαταλείψει τη στρατηγική της υποστήριξης προς την Ουκρανία ούτε έχει αποφασίσει την αποκατάσταση των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων με τη Ρωσία. Η συνάντηση Wadephul–Lawrow αποτελεί πρωτίστως επανέναρξη ενός διπλωματικού διαύλου και όχι συμφωνία πολιτικής εξομάλυνσης.
Ωστόσο, τρεις παράλληλες εξελίξεις αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής: η επανεμφάνιση της διπλωματικής επικοινωνίας με τη Μόσχα, η αυξανόμενη συζήτηση για το οικονομικό κόστος της ρήξης με τη Ρωσία και η δυνατότητα της AfD να διαμορφώνει κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Η AfD επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτές τις συνθήκες, παρουσιάζοντας την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία ως στοιχείο μιας ευρύτερης αλλαγής της γερμανικής στρατηγικής. Η πολιτική της επιρροή δεν εξαντλείται στην εκλογική της δύναμη.
Εκδηλώνεται επίσης στην ικανότητά της να μεταφέρει τις δικές της προτεραιότητες στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης και να βρίσκει συγκλίσεις με άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, όπως το BSW.
Το κρίσιμο ερώτημα για το επόμενο διάστημα είναι εάν αυτή η μετατόπιση θα παραμείνει κυρίως στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής και δημόσιας συζήτησης ή εάν θα επηρεάσει σταδιακά τις αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ιδιαίτερη σημασία θα έχουν οι τοποθετήσεις της CDU/CSU και του SPD, η στάση της γερμανικής βιομηχανίας και η εξέλιξη της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Donald Trump.
Η πιθανότητα μιας νέας γερμανικής Russlandpolitik δεν μπορεί επομένως να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από τις σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας.
Συνδέεται άμεσα με την εσωτερική πολιτική κρίση, την οικονομική ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας και την αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η AfD επιχειρεί να μετατρέψει τη διαφωνία για τη Ρωσία σε ευρύτερη αμφισβήτηση της μεταπολεμικής εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών